Βρίσκεστε εδώ :  Αρχική / Ενδοκρινολογία / Γονάδες / Διατροφή και γονιμότητα (Nutrition and Fertility)

Διατροφή και γονιμότητα (Nutrition and Fertility)

Κατηγορία: Ενδοκρινολογία / Γονάδες
Δημοσίευση : 29/10/2015
Πηγή: Obeline.gr
Συντάκτης : Αναστάσιος Μόρτογλου
Βαθμολογία: 3.75 ( 4 ψήφοι)

Έχει εκτιμηθεί ότι περίπου 15% του πληθυσμού σε βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες έχει άλλοτε άλλο βαθμό υπογονιμότητας. Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι σε αρκετές περιπτώσεις γνωστά, αλλά και σε ένα μεγάλο ποσοστό είναι, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, ανεξήγητα ή όπως λέμε ....ιδιοπαθή.
Το δυτικό διατροφικό πρότυπο είναι μια διατροφική συμπεριφορά που επιλέγεται από πολλούς ανθρώπους στις ανεπτυγμένες χώρες και όλο και περισσότερους στις αναπτυσσόμενες χώρες. Χαρακτηρίζεται από αυξημένη πρόσληψη κόκκινου κρέατος, γλυκών, λιπαρών τροφών και επεξεργασμένων δημητριακών. Περιέχει γαλακτοκομικά προϊόντα με πολλά λιπαρά, αναψυκτικά υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη ή φρουκτόζη και μεγάλες ποσότητες επεξεργασμένων κρεατοσκευασμάτων. Ταυτόχρονα και παρά την συνήθως αυξημένη ενεργειακή πρόσληψη, η δυτικού τύπου διατροφή υστερεί συχνά σε βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία, παράγοντες που όπως θα δούμε παρακάτω έχουν σημαντική επίδραση στη γονιμότητα και των 2 φύλων.
Οι παράγοντες που αποδεδειγμένα επηρεάζουν τη γονιμότητα είναι:
• Η ηλικία της γυναίκας
• Το σωματικό βάρος
• Το κάπνισμα
• Η άσκηση
Παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα αλλά οι αποδείξεις δεν είναι καταληκτικές είναι:
• Η διατροφή
• Tο stres
• Ο καφές
• Η αυξημένη πρόσληψη αλκοολούχων ποτών
Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και ένα μεγάλο αριθμό φαρμακευτικών σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς λόγους, τα ναρκωτικά, τη μόλυνση του περιβάλλοντος και τους υπάρχοντες ορμονικούς διαταράκτες, κάποια επαγγέλματα που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στους ορμονικούς διαταράκτες ή σε υψηλές θερμοκρασίες, η ακτινοβολία, αλλά ακόμα και τα στενά ρούχα και τα λιπαντικά του κόλπου που χρησιμοποιούνται συχνά για διευκόλυνση της σεξουαλικής πράξης.
Τα τελευταία χρόνια η επιστημονική έρευνα έχει αναδείξει συσχέτιση μεταξύ του σωματικού βάρους και της γονιμότητας. Οι γυναίκες με ακραίες τιμές σωματικού βάρους (λιποβαρείς ή υπέρβαρες / παχύσαρκες) πάσχουν συχνά από διαταραχές γονιμότητας.
H γυναικεία παχυσαρκία φαίνεται να μειώνει σημαντικά τη δυνατότητα ωορρηξίας καθώς και την πιθανότητα εγκυμοσύνης σε γυναίκες με φυσιολογική ωορρηξία επιδρώντας στην ποιότητα των ωοθυλακίων. Ο πιθανός παθοφυσιολογικός μηχανισμός που συνδέει την παχυσαρκία με την υπογονιμότητα είναι το οξειδωτικό stress επιδρώντας στην ωρίμανση των ωοκυττάρων, την ωορρηξία, την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου αλλά και την εξέλιξη της κύησης.
Στους άντρες η αυξημένη παραγωγή ελεύθερων ριζών συνδέεται με μειωμένη κινητικότητα σπερματοζωαρίων, διαταραχή της ακεραιότητας της κυτταρικής μεμβράνης και μεταβολές στο DNA, οδηγώντας σε ανδρική υπογονιμότητα.
Συμπερασματικά, διατροφική συμπεριφορά που αυξάνει το οξειδωτικό στρες φαίνεται ότι αποτελεί σημαντικό παράγοντα υπογονιμότητας και η αντιμετώπισή του αποκαθιστά και στα δύο φύλα, σε μεγάλο ποσοστό το πρόβλημα.
Σχέση των μάκρο- και μικρο-θρεπτικών συστατικών της διατροφής με τη γονιμότητα
Πρωτεΐνες: Η κατανάλωσή τους σχετίζεται με υπογονιμότητα όταν είναι αυξημένη σε σχέση με τα φυτικά λιπαρά οξέα και η μεγαλύτερη κατανάλωση πρωτεϊνών φυτικής προέλευσης φαίνεται να συνδέεται με μικρότερα ποσοστά υπογονιμότητας σε σχέση με την κατανάλωση πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης.
Υδατάνθρακες: Ο υψηλός γλυκαιμικός δείκτης τροφών καθώς και το αυξημένο γλυκαιμικό φορτίο, δηλαδή η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζάχαρης και ραφιναρισμένων υδατανθράκων, συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα διαταραχών γονιμότητας .
Λιπαρά οξέα: H κατανάλωση κορεσμένων και μονοακόρεστων λιπαρών οξέων φαίνεται να βελτιώνει την ωοθυλακική λειτουργία σε αντίθεση με τα trans λιπαρά οξέα που αναφέρονται να την επιδεινώνουν σημαντικά.
Βιταμίνες: H λήψη πολυβιταμινούχων σκευασμάτων αναφέρεται πως δρα ευεργετικά στη γονιμότητα, κυρίως όταν καταναλώνονται σε καθημερινή βάση.
Αντιοξειδωτικά: Συμβάλλουν στην προστασία των μιτοχονδρίων από οξειδωτική βλάβη σε ζωικά μοντέλα και μελέτες in vitro και μελέτες in vivo δείχνουν βελτίωση των παραμέτρων οξειδωτικού stress μετά χορήγηση αντιοξειδωτικών.
Η χορήγηση βιταμίνης Ε αναφέρεται πως βελτιώνει την κινητικότητα του σπέρματος και αυξάνει τα ποσοστά εγκυμοσύνης σε υπογόνιμα ζευγάρια και η βιταμίνη C πως βελτιώνει την ποιότητα του σπέρματος.
Καρνιτίνη και συνένζυμο Q10. Συμβάλλουν στην καλύτερη λειτουργία των μιτοχονδρίων των ωοκυττάρων και των σπερματοζωαρίων, όπως δείχθηκε σε ζωικά μοντέλα και σε μελέτες in vitro.
Σίδηρος: Η κατανάλωση συμπληρωμάτων σιδήρου φαίνεται πως βελτιώνει τις διαταραχές γονιμότητας.
Ψευδάργυρος: Στον άντρα αναφέρεται η θετική επίδραση του ψευδαργύρου στον όγκο του σπέρματος, στην κινητικότητα και στη μορφολογία των σπερματοζωαρίων μέσω πιθανόν της μείωσης του οξειδωτικού stress στα σπερματοζωάρια.
Σχετικά με το αν τα επίπεδα ψευδαργύρου στον ορό διαφέρουν μεταξύ γόνιμων και υπογόνιμων γυναικών τα αποτελέσματα των μελετών είναι αντικρουόμενα αν και αναφέρονται χαμηλότερα επίπεδα ψευδαργύρου σε επίπεδο ορού και ωοθυλακίου σε γυναίκες που υπεβλήθησαν σε εξωσωματική γονιμοποίηση.
Τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες δεν έχει μελετηθεί η επίπτωση της έλλειψης ψευδαργύρου σε κλινικώς επιτυχή κατάληξη (εγκυμοσύνη και επιτυχής έκβασή της).
Σελήνιο: Η χορήγηση 200 mg σελήνιου ημερησίως σε υπογόνιμους άνδρες για 26 εβδομάδες βελτίωσε τις παραμέτρους υπογονιμότητας (όγκος σπέρματος, κινητικότητα, μορφολογία σπερματοζωαρίων) και συνοδεύτηκε από ορμονικές μεταβολές αν και οι παράμετροι αυτές επέστρεψαν στα προ χορήγησης επίπεδα με τη διακοπή του σεληνίου και χωρίς να μετρηθούν ποσοστά εγκυμοσύνης.
Στις γυναίκες δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα καθώς σχεδόν το σύνολο των μελετών που υπάρχουν, είτε σε πειραματόζωα είτε σε ανθρώπους, εστιάζουν στη χορήγηση σεληνίου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού και όχι στην περίοδο προ της σύλληψης.
Και στα δυο φύλα δεν υπάρχουν μελέτες αναφορικά με την πιθανή σχέση μεταξύ χορήγησης σεληνίου και επίτευξης και διατήρησης μιας εγκυμοσύνης σε γόνιμους ή υπογόνιμους πληθυσμούς.
Παρά το αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον για την επίδραση των διατροφικών μικροστοιχείων στη γονιμότητα, το γεγονός πως διερευνάται η πιθανή επίδραση συνδυασμού αντιοξειδωτικών και όχι μεμονωμένα μικροστοιχεία καθιστά αδύνατο το διαχωρισμό της επίδρασης ή μη του κάθε αντιοξειδωτικού που περιλαμβάνεται στο χορηγούμενο συνδυασμό.
Μόλυβδος: Αναφέρεται πως προκαλεί υπογονιμότητα διαταράσσοντας τον υποθαλαμο-υποφυσιακό άξονα.
Καφεΐνη: Η καφεΐνη ασκεί αρνητική επίδραση στη γυναικεία γονιμότητα καθώς σχετίζεται με αυξημένη διάρκεια κύησης και αυξημένο κίνδυνο αυτόματων αποβολών.
Οι γυναίκες που καταναλώνουν >100 mg καφεΐνης ημερησίως εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και ο κίνδυνος αυξάνεται όσο αυξάνεται η καταναλωθείσα ποσότητα.
Σε πρόσφατη μελέτη δείγματος 2.643 γυναικών, οι γυναίκες που απέβαλαν κατανάλωναν κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου κύησης κατά μέσο όρο 145 mg καφεΐνης ημερησίως ενώ οι γυναίκες που είχαν επιτυχή κύηση κατανάλωναν κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου κύησης κατά μέσο όρο 103 mg καφεΐνης ημερησίως, αναδεικνύοντας ένα πιθανό στενό όριο διακύμανσης της κατανάλωσης καφεΐνης σε σχέση με τη γονιμότητα.
Αλκοόλ: Η κατανάλωση αλκοόλ φαίνεται να έχει δυσμενή δράση στη γονιμότητα χωρίς ωστόσο να έχει διευκρινιστεί σε τι ποσότητες ασκείται αυτή η δράση. Στους άντρες, η κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με παραμέτρους υπογονιμότητας όπως ορχική ατροφία, μειωμένη libido και μειωμένο αριθμό και κινητικότητα σπερματοζωαρίων καθώς και διαταραγμένη μορφολογία σπερματοζωαρίων.
Πιθανοί μηχανισμοί της δυσμενούς επίδρασης του αλκοόλ στις παραμέτρους ανδρικής υπογονιμότητας θεωρούνται η επίδραση στον υποθαλαμο-υποφυσιακό-ορχικό άξονα (↓τεστοστερόνη, ↓/φυσιολογικές ή ↑γοναδοτροπίνες) ή/και η απευθείας βλάβη σε επίπεδο όρχεων.
Σε αντίθεση με τους άντρες, στις γυναίκες τα αποτελέσματα της έρευνας αναφορικά με τη σχέση αλκοόλ-γονιμότητα είναι αντικρουόμενα. Αναφέρεται πως στις γυναίκες η κατανάλωση αλκοόλ σε ποσότητα 1-5 μονάδες ημερησίως μπορεί να έχει διάφορες επιδράσεις όπως μειωμένη πιθανότητα για εγκυμοσύνη κατά 50%, αυξημένο κίνδυνο αυτόματης αποβολής και διαταραχές ωορρηξίας, ωχρινικής φάσης και ανάπτυξης των βλαστοκυττάρων και πως γυναίκες που πίνουν πολύ είναι πιθανότερο να αναζητήσουν μια διερεύνηση υπογονιμότητας σε σχέση με εκείνες που καταναλώνουν μικρές ποσότητες. Επίσης γυναίκες που παρουσιάζουν φαινόμενα μέθης είναι πιθανότερο να είναι υπογόνιμες σε σχέση με γυναίκες που δεν παρουσιάζουν, υπονοώντας πως ίσως η ακριβής ποσότητα κατανάλωσης αλκοόλ έχει σημασία.
Πιθανός μηχανισμός της επίδρασης του αλκοόλ στη γυναικεία γονιμότητα θεωρείται η αύξηση των οιστρογόνων και η επακόλουθη μείωση της FSH και η διαταραχή της ωορρηξίας, ωστόσο πιθανοί άλλοι μηχανισμοί παραμένουν άγνωστοι.
Συμπερασματικά λοιπόν για μια ‘συμπεριφορά’ γονιμότητας, είναι σκόπιμο να υπάρχουν οι εξής προϋποθέσεις:
• Πριν από όλα, θα πρέπει να γίνει έγκαιρα η επιλογή της ηλικίας για να κάνει κανείς οικογένεια και βέβαια να τεκνοποιήσει, ειδικότερα οι γυναίκες που τα γόνιμα χρόνια τους είναι πεπερασμένα.
• Καθοριστική και για τα δύο φύλα, είναι η διατήρηση ή επίτευξη φυσιολογικού σωματικού βάρους δηλαδή ΔΜΣ 18,5-25,0 για τη γυναίκα και 22 ακόμα και έως 27 για τον άνδρα.
• Η κατάλληλη διατροφή μειώνει σημαντικά την υπογονιμότητα και στα δύο φύλα.
o Στη γυναίκα επιβάλλεται η μείωση των ζωικών πρωτεϊνών, ακόμα και το κοτόπουλο και τη γαλοπούλα. Η κατανάλωση λευκωμάτων φυτικής προέλευσης βελτιώνει τη γονιμότητα καθώς και η κατανάλωση γαλακτοκομικών με όλα τους τα λιπαρά. Επιβάλλεται η πλήρης αποφυγή των trans λιπαρών οξέων. Η καθημερινή λήψη πολυβιταμινούχων σκευασμάτων, σιδήρου και φυλλικού οξέος και αντιοξειδωτικών όπως το σελήνιο ασκούν ευεργετική δράση.
o Η διατροφή ‘γονιμότητας’ για τον άνδρα θα πρέπει να είναι πλούσια σε υδατάνθρακες, φρούτα, φυτικές ίνες, φυλλικό οξύ, λυκοπένιο και όλα τα αντιοξειδωτικά.
• Επιβάλλεται η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας σε καθημερινή βάση και άσκηση τουλάχιστον 3 ώρες τη βδομάδα και οπωσδήποτε επί 52 βδομάδες κάθε χρόνο.
• Πλήρης διακοπή του καφέ και των καφεϊνούχων ροφημάτων και αναψυκτικών
• Πλήρης διακοπή των αλκοολούχων ποτών, του καπνίσματος και κάθε άλλης ‘ουσίας’


Βαθμολογήστε το Άρθρο 1 2 3 4 5