Βρίσκεστε εδώ :  Αρχική / Ενδοκρινολογία / Καρκίνος Θυρεοειδούς / Γενικά - Ιστολογικόι τύποι

Γενικά - Ιστολογικόι τύποι

Κατηγορία: Ενδοκρινολογία / Καρκίνος Θυρεοειδούς
Δημοσίευση : 23/11/2012
Πηγή: obeline.gr
Συντάκτης : Αναστάσιος Μόρτογλου
Βαθμολογία: 2.90 ( 42 ψήφοι)

H συχνότητα καρκίνου του Θυρεοειδούς στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου είναι μικρότερη από το 1% όλων των καρκίνων του ανθρώπου, αλλά είναι η πιο συχνή κακοήθεια των ενδοκρινών αδένων. O ετήσιος επιπολασμός της νόσου κυμαίνεται από 0.5-10 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους. Στην Ελλάδα, ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι υπεύθυνος για το 0.35-0.38% των συνολικών θανάτων από νεοπλασίες.
Η συχνότητά του διαφοροποιημένου καρκινώματος του θυρεοειδούς στη χώρα μας τα τελευταία 50 χρόνια έχει ως εξής: Τυχαία διακύμανση τα πρώτα 10, σταθερή αύξηση τα επόμενα 20 και σημαντικά μειωμένη τα τελευταία χρόνια (1). Να τονίσουμε εδώ ότι η αυξητική τάση εμφανίστηκε πριν από το πυρηνικό ατύχημα στο Chernobyl.
Ιστολογικοί τύποι
Οι κακοήθεις νεοπλασίες του θυρεοειδούς προέρχονται συνήθως από τα θυλακιώδη κύτταρα του αδένα και σπανιότερα από τα παραθυλακιώδη ή C κύτταρα.
Ιστολογικά διακρίνονται 4 τύποι
Διαφοροποιημένα νεοπλάσματα: Θηλώδες και Θυλακιώδες καρκίνωμα. Οι 2 αυτοί ιστολογικοί τύποι προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα του αδένα. Είναι οι συχνότερες μορφές, 90% των νεοπλασιών του θυρεοειδούς και τις περισσότερες φορές έχουν άριστη πρόγνωση. Σε 2 μεγάλες Ελληνικές σειρές διαφοροποιημένων νεοπλασιών του θυρεοειδούς τα θηλώδη κατείχαν ποσοστό 81% και τα θυλακιώδη 19% και στη 2η σειρά τα θηλώδη 72%, τα θυλακιώδη 15%, ενώ το 13% ήταν μόνο ύποπτο για κακοήθεια .
Τα θηλώδη καρκινώματα είναι πολυεστιακά σε συχνότητα 20-80% και αμφοτερόπλευρα στο 1/3 των περιπτώσεων. Η γνώση αυτή είναι λίαν χρήσιμη σε περιπτώσεις που έχει γίνει μόνο λοβεκτομή και αποδειχθεί ιστολογικά θηλώδης νεοπλασία.


Εκτός από τα αμιγώς θηλώδη καρκινώματα, υπάρχει και η θυλακιώδης παραλλαγή του θηλώδους καρκινώματος. Η βιολογική συμπεριφορά αυτής της παραλλαγής (συχνότητα μεταστάσεων, επιβίωση του πάσχοντα) είναι χειρότερη από αυτή των αμιγώς θηλωδών, αλλά καλύτερη από αυτή των θυλακιωδών. Πάντως, η μακροχρόνια πρόγνωση είναι πολύ καλή ακόμα και σε αυτά τα είδη θηλωδών νεοπλασμάτων. Οι ιαθέντες πρώην πάσχοντες από θηλώδες μικροκαρκίνωμα του θυρεοειδούς έχουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης και δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου, σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος, αλλά συχνότερες εντοπίσεις είναι οι σιελογόνοι αδένες και οι νεφροί.
Μεταστάσεις
Τα θηλώδη νεοπλάσματα μεθίστανται συχνότερα στους τραχηλικούς λεμφαδένες και σπανιότερα στους πνεύμονες. Η επέκταση του νεοπλάσματος στους τραχηλικούς, στους παρατραχειακούς και στους λεμφαδένες του μεσοθωρακίου, ακόμα και κατά την αρχική διάγνωση, φτάνει στο 40%-90% των πασχόντων. Τα θυλακιώδη καρκινώματα συνήθως μεθίστανται αιματογενώς στους πνεύμονες και στα οστά. Τα μυελοειδή και κύρια τα πολυεστικά δίνουν σχεδόν πάντα μεταστάσεις στους επιχώριους λεμφαδένες γιαυτό και συχνά, η ολική θυρεοειδεκτομή πρέπει να συνοδεύεται και από ταυτόχρονο λεμφαδενικό καθαρισμό.


Από τους παρακολουθούμενους για οζώδη βρογχοκήλη (τοξική ή μη-τοξικaή) στον τομέα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και μεταβολισμού του Ιατρικού κέντρου Αθηνών 1090 άτομα έχουν υποβληθεί σε θυρεοειδεκτομή. Στους 144 από αυτούς, δηλαδή στο 13.2% βρέθηκε κακοήθεια. Από τα κακοήθη νεοπλάσματα σημαντικά περισσότερα ήταν τα Θηλώδη (68%), και το 48% εξ αυτών ήταν πολυεστιακά. Το ποσοστό των θυλακιωδών νεοπλασμάτων ήταν 8.4%, των μυελοειδών 1.4%, ενώ στο 22.2% βρέθηκαν μικρές (<1 εκ.), ετερόπλευρες, μονήρεις εστίες θηλώδους καρκινώματος χωρίς διηθητικούς χαρακτήρες (occult carcinoma).
Τα θυλακιώδη νεοπλάσματα περιβάλλονται συνήθως από κάψα και η διήθηση αυτής ή των αγγείων αποτελεί τις περισσότερες φορές τη διαγνωστική διαφοροποίηση αυτών από τα θυλακιώδη αδενώματα.Τέλος,σε αντίθεση με τα θηλώδη, τα θυλακιώδη καρκινώματα είναι σπάνια πολυεστιακά.
Μυελοειδές καρκίνωμα. Προέρχεται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα του θυρεοειδούς και η συχνότητά του κυμαίνεται στο 5-10% των νεοπλασιών του θυρεοειδούς. Διακρίνονται σε οικογενή και σποραδικά, διάκριση λίαν χρήσιμη για την ανίχνευση περιπτώσεων που δεν έχουν δώσει ακόμα κλινική συμπτωματολογία, αλλά και για την ανεύρεση στον ίδιο τον πάσχοντα και άλλων συνυπαρχουσών νεοπλασιών (ΜΕΝ). Η πρόγνωση είναι πολύ καλή, ειδικά αν ο όγκος εξαιρεθεί πριν δώσει μεταστάσεις.
Καρκινώματα με πτωχή διαφοροποίηση (Poorly differentiated thyroid carcinomas). Πρόκειτα για νεοπλάσματα με χειρότερη πρόγνωση από τα διαφοροποιημένα και καλύτερη από τα αμετάπλαστα.Οι νεοπλασίες αυτές μπορεί να να έχουν τα ιστολογικά τους χαρακτηριστικά από την αρχή ή να αποτελέσουν εξέλιξη των διαφοροποιημένων νεοπλασμάτων, ειδικά όταν υπάρχουν γονιδιακές μεταβολές-ογκογονίδια (RET?PTC, BRAF, RAS, TP53, β-catenin). Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να έχουμε περαιτέρω δυσμενή εξέλιξη προς αναπλαστικό καρκίνωμα.
Αμετάπλαστο ή Αναπλαστικό καρκίνωμα. Πρόκειται για λίαν κακοήθη μορφή νεοπλάσματος, η οποία ευτυχώς είναι και πολύ σπάνια (περίπου 1% των νεοπλασιών του θυρεοειδούς). Προέρχεται από τα θυλακιώδη κύτταρα και οι κυτταρικές μεταβολές είναι τόσο μεγάλες που είναι δύσκολο να αναγνωριστεί, ακόμα και ιστολογικά, αν δε γίνει ανοσο-ιστοχημικός έλεγχος για ύπαρξη θυρεοσφαιρίνης




Βαθμολογήστε το Άρθρο 1 2 3 4 5